ἔκτρησις

ἔκ-τρησις, εως, ,
A hole, Hp.Steril.222 (pl.), Aret.SD2.13 (pl.), Heliod. ap. Orib.46.11.26.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἔκτρησις — hole fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκτρήσεις — ἔκτρησις hole fem nom/voc pl (attic epic) ἔκτρησις hole fem nom/acc pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκτρήσιας — ἔκτρησις hole fem acc pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκτρήσιες — ἔκτρησις hole fem nom/voc pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔκτρησιν — ἔκτρησις hole fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έκτρηση — η (Α ἔκτρησις) διάτρηση, τρύπημα, τρύπα …   Dictionary of Greek

  • διέκτρηση — διέκτρησις, η (Α) [έκτρησις] τρύπα ανοιχτή από το ένα άκρο ώς το άλλο …   Dictionary of Greek

  • ἐκτρήσεως — ἐκτρήσεω̆ς , ἔκτρησις hole fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.